Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φέρνομαι < παθητική φωνή του ρήματος φέρνω < φέρω / φέρομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

φέρνομαι, πρτ.: φερνόμουν, στ.μέλλ.: θα φερθώ, αόρ.: φέρθηκα

  1. συμπεριφέρομαι, φέρομαι προς άλλους με έναν ορισμένο τρόπο

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία