Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τσατάρω < αγγλική chat + κατάληξη -άρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τσατάρω

  1. αδόκιμο αλλά πολύ διαδεδομένο ρήμα (κυρίως στη γλώσσα της πληροφορικής και του ίντερνετ) που σημαίνει πληκτρολογώ, συζητώ με κάποιον γραπτώς στο ίντερνετ
    περνάει όλη του τη μέρα να τσατάρει με γνωστούς και αγνώστους


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία