Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τεχνητά < τεχνητός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τεχνητά

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

τεχνητά