Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταριχεύω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ταριχεύω (μεταβατικό)

  1. εκτελώ/πραγματοποιώ ταρίχευση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία