Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνδιαλέγομαι < (ελληνιστική κοινή) συνδιαλέγομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

συνδιαλέγομαι

  1. συνομιλώ, συναναστρέφομαι
  2. διαπραγματεύομαι
  3. επικοινωνώ, βρίσκω κοινά σημεία, φλερτάρω (χρησιμοποιείται συχνότερα για σχέσεις που δεν είναι αυτονόητες)
    όταν η τέχνη συνδιαλέγεται με την ιατρική
    η Δύση συνδιαλέγεται με την Κίνα παρά την απαγόρευση παρουσίας δημοσιογράφων σε δικες ακτιβιστών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία