Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σολφέζ < (λόγιο δάνειο) γαλλική solfège[1] < ιταλική solfeggio < λατινική solfa < sol + fa

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σολφέζ ουδέτερο άκλιτο

  • (μουσική) η μουσική ανάγνωση· ο σπουδαστής της μουσικής διαβάζει την παρτιτούρα και τραγουδάει τη μελωδία λέγοντας τις νότες με τα ονόματά τους
    κάθε Δευτέρα έχουμε μάθημα σολφέζ
    σολφέζ και νότες απαλές, πιάνο· αβάντι και φα... φα... φα...

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία