Άνοιγμα κυρίου μενού

Βοσνιακά (bs) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sol (bs)



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sol (es) αρσενικό

  1. ο ήλιος



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
sol sols

sol (fr) αρσενικό

  1. το έδαφος
  2. το πάτωμα



Κροατικά (hr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sol (hr)



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

sol < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) sóh₂wl̥. Συγγενές με το (αρχαία ελληνικά) ἥλιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sol αρσενικό

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική sol solēs
γενική solis solum
δοτική solī solibus
αιτιατική solem solēs
κλητική sol solēs
αφαιρετική sole solibus
(γ' κλίση)



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
sol sóis

sol (pt) αρσενικό

  1. ο ήλιος

Σλοβενικά (sl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

sol (sl)