Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκαρώνω < → δείτε τις λέξεις σκαρί και -ώνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ska.ˈɾɔ.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκαρώνω

  1. βάζω πλεούμενο σε σκαρί για να το επισκευάσω ή αρχίζω την κατασκευή του
  2. (μεταφορικά) σχεδιάζω ή έχω ήδη κάποιο σχέδιο στο μυαλό μου

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία