Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολυβολώ < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

πολυβολώ

  1. πυροβολώ με πολυβόλο
  2. (μεταφορικά) ταλαιπωρώ κάποιον μιλώντας του ακατάπαυστα, θέτοντάς του πληθώρα ερωτήσεων ή κάνοντας πολλές παρατηρήσεις πάνω σε κάποιο θέμα


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία