Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρ' Αρείω Πάγω < (καθαρεύουσα) < παρά Ἀρείῳ Πάγῳ (δοτική ενικού του ουδέτερου Ἄρειος Πάγος) → δείτε τις λέξεις παρά και Άρειος Πάγος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

παρ' Αρείω Πάγω (λόγιο)

  1. (νομική) χαρακτηρισμός δικηγόρου που ασκεί ένδικα μέσα και παράστασης σε όλες τις βαθμίδες δικαστηρίων
  2. (νομική) το δικαίωμα παράστασης δικηγόρου σε ειρηνοδικεία, πρωτοδικεία, εφετεία και τον Άρειο Πάγο
    δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω (ο τρίτος και ανώτερος βαθμό διάκρισης - εξέλιξης των δικηγόρων)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  1. παρά πρωτοδίκαις
  2. παρ' εφέταις
  3. παρ' Αρείω Πάγω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία