οὐ καταισχυνῶ τά ὅπλα τά ἱερά

(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείτε οὐ, καταισχύνω στον μέλλοντα καταισχυνῶ, ὅπλον και ἱερός στον πληθυντικό του ουδέτερου

  ΦράσηΕπεξεργασία

οὐ καταισχυνῶ τὰ ὅπλα τὰ ἱερά

  • (αρχή του όρκου των Αθηναίων [έφηβος|εφήβων]]) δεν θα ντροπιάσω τα όπλα τα ιερά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία