Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ούφο < αγγλική UFO

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ούφο ουδέτερο άκλιτο

  1. τα Α.Τ.Ι.Α.
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) ο άσχετος ή ο εκτός τόπου και χρόνου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία