Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ογκούμαι < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ογκούμαι

  1. αποκτώ μεγαλύτερο όγκο, αυξάνομαι
    ογκούται το κίνημα της λαϊκής διαμαρτυρίας
  2. (εσφαλμένα) ογκώμαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία