Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

ετυμολογίαΕπεξεργασία

ογκώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ογκώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ογκώνομαι

  1. με κάνουν και αυξάνω σε όγκο, διογκώνομαι.

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία