Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

'ξεπετώ < μεσαιωνική ελληνική ξεπετάζω και ξεπετώ < < ξε + πετῶ και πετάζω < ελληνιστική κοινή ἐκπετάζω < αρχαία ελληνική ἐκπετάννυμι.

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεπετώ (υπάρχουν και τύποι του ξεπετάγω, όπως παρατατικός ξεπέταγα αντί ξεπετούσα)

  1. Ολοκληρώνω κάτι πολύ σύντομα, με αμφίβολης ποιότητας αποτέλεσμα
    Μην τα ξεπετάς τα κείμενα χωρίς να ρίχνεις δεύτερη ματιά, ο άλλος δίνει 2 ευρώ για να διαβάσει την εφημερίδα
  2. Ανασκιρτώ
    Ξεπέταξε η καρδιά του, σαν την αντίκρισε.
  3. (το μεσοπαθητικό) Ξαφνική και χωρίς προειδοποίηση εμφάνιση.
    Πότε πρόλαβες και ξεπετάχτηκες εσύ;
    Δεν πρόλαβε να δει πότε ξεπετάχτηκε το μηχανάκι απ' τη στροφή.
    Όλο ξεπετάγονται καινούργια μοντέλα αυτοκινήτων.
    Μέσα απ' τα σκοτάδια ξεπετάχτηκε μια φλόγα.
  4. Γρήγορη σωματική ή/και πνευματική ανάπτυξη.
    Για πότε ξεπετάχτηκε αυτό το μικρό! Πώς μεγάλωσε!

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία