Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεματιάζω < ξε- + ματιάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεματιάζω

  1. εκτελώ όλες τις ενέργειες (σταυρώνω, λέω μια μυστική ευχή κ.λπ.) που πιστεύεται ότι απαιτούνται για να απαλλάξω κάποιον από το μάτιασμα, τη βασκανία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία