Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλαβιέ < γαλλική clavier

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλαβιέ ουδέτερο άκλιτο

  1. πληκτρολόγιο
  2. (μουσική) η περιοχή των πλήκτρων μουσικού οργάνου, γαλλιστί
    συνώνυμο: πλήκτρα και δείτε πληκτροφόρος
  3. σειρά γραμμάτων πληκτρολογίου μιας γλώσσας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία