Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταντώ < αρχαία ελληνική καταντῶ (: φθάνω, καταλήγω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.tan.ˈdɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταντώ

  1. φθάνω σε μια άσχημη κατάσταση
    από την απόγνωση κατάντησε να χάσει πολλά κιλά
  2. καταλήγω σε μια κατάσταση που θίγει την αξιοπρέπειά μου
     συνώνυμα: ξεπέφτω
    κατάντησε αλκοολικός
  3. μεταβάλλομαι με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκτώ αρνητικά χαρακτηριστικά
    να μην καταντήσει ο έρωτας ρουτίνα
  4. κάνω κάποιον / κάτι να οδηγηθεί σε άσχημη κατάσταση
    πώς κατάφερες να καταντήσεις το σπίτι ρημάδι;

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία