Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος μετοχήςΕπεξεργασία

καλυμμένο

  1. καλυμμένος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του καλυμμένος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού