Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καινοτομέω < καινοτόμος < καινός + τέμνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

καινοτομέω-καινοτομῶ

  1. (για ορυχεία) σκάβω για να ανοίξω μια νέα φλέβα
  2. (μεταφορικά) αρχίζω κάτι νέο