Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εἰσφέρω < εἰς και φέρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εἰσφέρω

  1. εισφέρω, συνεισφέρω (οικονομικά)
  2. φέρνω κάτι κακό, πάνω σε κάποιους, μέσα στο χώρο τους ή μέσα στην πατρίδα τους
    πόλεμον ἐσφέρει Ἑλλήνων χθονί
    δειλίαν ἐσφέρει τοῖς ἀλκίμοισι (:κάνει δειλό και τον γενναίο)
  3. εισάγω, εισηγούμαι (ψηφίσματα, καινοτομίες, απόψεις)