Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εἰδωλοποιέω < εἰδωλο(ποιός) + -ποιέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εἰδωλοποιέω ουδέτερο

  • κατασκευάζω είδωλα, εικόνες, αναπαριστώ ιδέα
    ※  εἴδωλα εἰδωλοποιοῦντα, τοῦ δὲ ἀληθοῦς πόρρω πάνυ ἀφεστῶτα. (Πλάτων, Πολιτεία, Βιβλίο Ι' , 605c)

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις εἴδωλον και ποιέω

  ΠηγέςΕπεξεργασία