γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική εἰδωλουργικός εἰδωλουργική τὸ εἰδωλουργικόν
      γενική τοῦ εἰδωλουργικοῦ τῆς εἰδωλουργικῆς τοῦ εἰδωλουργικοῦ
      δοτική τῷ εἰδωλουργικ τῇ εἰδωλουργικ τῷ εἰδωλουργικ
    αιτιατική τὸν εἰδωλουργικόν τὴν εἰδωλουργικήν τὸ εἰδωλουργικόν
     κλητική ! εἰδωλουργικέ εἰδωλουργική εἰδωλουργικόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ εἰδωλουργικοί αἱ εἰδωλουργικαί τὰ εἰδωλουργικᾰ́
      γενική τῶν εἰδωλουργικῶν τῶν εἰδωλουργικῶν τῶν εἰδωλουργικῶν
      δοτική τοῖς εἰδωλουργικοῖς ταῖς εἰδωλουργικαῖς τοῖς εἰδωλουργικοῖς
    αιτιατική τοὺς εἰδωλουργικούς τὰς εἰδωλουργικᾱ́ς τὰ εἰδωλουργικᾰ́
     κλητική ! εἰδωλουργικοί εἰδωλουργικαί εἰδωλουργικᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εἰδωλουργικώ τὼ εἰδωλουργικᾱ́ τὼ εἰδωλουργικώ
      γεν-δοτ τοῖν εἰδωλουργικοῖν τοῖν εἰδωλουργικαῖν τοῖν εἰδωλουργικοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
εἰδωλουργικός < εἴδωλον + ἔργω

  Επίθετο

επεξεργασία

εἰδωλουργικός, ή, όν