Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιθέτω, (επί + θέτω) < αρχαία ελληνική ἐπιτίθημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιθέτω

  1. ακουμπώ / βάζω κάτι πάνω σε κάτι άλλο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία