Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

εξιστορήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εξιστορώ
  2. θα εξιστορήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εξιστορώ

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

εξιστορήσεις θηλυκό

  1. εξιστόρηση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού