Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν χρω < (καθαρεύουσα) < αρχαία ελληνική ἐν, χρῷ (δοτική ενικού του χρώς (δέρμα) < χράω)

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν χρω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία