Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκ των ενόντων < αρχαία ελληνική ἐκ τῶν ἐνόντων (< ἐνών, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἔνειμι < ἐν + εἰμί)

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

εκ των ενόντων

  • (λόγιο) από αυτά που έχουμε αυτή τη στιγμή στη διάθεσή μας, από τους παρόντες
    ※  Δεν θα γίνει νέα πρόσληψη, θα καλύψουμε το κενό που προκάλεσε η απόλυση του Τάσου εκ των ενόντων (δηλαδή κάποιος από τους ήδη εργαζόμενους θα φορτωθεί και τη δουλειά που έκανε ο απολυμένος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία