Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκκαμινεύω < εκ + κάμινος + -εύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

εκκαμινεύω

  1. η τοποθετώ ορυκτό ή μετάλλευμα σε καμίνι με υψηλή θερμοκρασία, προκειμένου να το επεξεργαστώ ή να παράγω κάποιο προϊόν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία