Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κάμινος οι κάμινοι
      γενική της καμίνου των καμίνων
    αιτιατική την κάμινο τις καμίνους
     κλητική κάμινε κάμινοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμινος < αρχαία ελληνική κάμινος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάμινος θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • παίδες εν καμίνω: αναφέρεται για ανθρώπους που συναντούν δυσκολίες και προβλήματα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κάμινος καμίνω κάμινοι
Γενική καμίνου καμίνοιν καμίνων
Δοτική καμίν καμίνοιν καμίνοις
Αιτιατική κάμινον καμίνω καμίνους
Κλητική κάμινε καμίνω κάμινοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάμινος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάμινος θηλυκό

  1. κλίβανος
  2. φούρνος
  3. καμίνι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία