Δείτε επίσης: εκάς

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εκάρ < γαλλική écart < écarter < λατινική *exquartare < quartus < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷeturto- < *kʷetwóres ‎(τέσσερα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eˈkaɾ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εκάρ ουδέτερο άκλιτο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία