Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διορίζομαι < αρχαία ελληνική διορίζομαι είχε άλλη έννοια αλλά το δανείστηκαν οι λόγιοι της καθαρεύουσας για να αποδώσουν την τότε έννοια του γαλλικού désigner

  ΡήμαΕπεξεργασία

διορίζομαι

  1. τοποθετούμαι σε μια εργασία, σε μια θέση, συνήθως στο δημόσιο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία