Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διονυσιάζομαι < ελληνιστική κοινή διονυσιάζω < αρχαία ελληνική Διόνυσος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ɔ.ni.si.ˈa.zɔ.mε/

  ΡήμαΕπεξεργασία

διονυσιάζομαι

  1. (θρησκεία) (για πιστούς ή οπαδούς του Διονύσου) εκστασιάζομαι, καταλαμβάνομαι από έκσταση
  2. (κατ’ επέκταση) ενθουσιάζομαι, εκστασιάζομαι

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία