Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

δικατάληκτο

  1. δικατάληκτος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του δικατάληκτος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού