Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δέκατα < από το δέκατο, την ένδειξη βαθμίδας σε θερμόμετρο (μερικά δέκατα πάνω από το κανονικό)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δέκατα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. ελαφρά αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος κατά λίγα δέκατα του βαθμού που μπορεί να είναι ένδειξη ασθένειας αλλά δεν θεωρείται πυρετός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

δέκατα

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

δέκατα