Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γιόγκα < σανσκριτική योग (από ρίζα που σημαίνει ζευγνύω για τα ζώα στους αγρούς, αλλά στην προκειμένη χρήση έχει την έννοια της ένωσης ψυχής και σώματος ή σώματος και νου)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γιόγκα θηλυκό άκλιτο

  1. (ινδουισμός, βουδισμός) ινδικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό ρεύμα που σχετίζεται με τον ινδουισμό αλλά και το βουδισμό και αφορά ασκήσεις σωματικές ή διανοητικές ή μεταφυσικές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία