Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

γίνετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γίνομαι
  2. θα γίνετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γίνομαι
  3. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος γίνομαι