Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαΐουλος < (άμεσο δάνειο) λατινική baiulus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βαΐουλος αρσενικό

  1. πρεσβευτής της Βενετίας στο Βυζάντιο, ο βάιλος
  2. (σε σχόλια στον Αίαντα του Σοφοκλή) επιμελητής ή παιδαγωγός [1]

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  • βάγιλος, βαγίλος, βάγυλος, βάγηλος
  • βαγιοῦλος
  • βάιλος
  • μπάιλος
  • μπαΐουλος
  • μπαλίος
  • πάγιλος
  • πάιλος
  • παλίος

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «βαΐλος», «βαΐλουλος» - Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία. Α΄ έκδοση: 1930-1950. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία