Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανασκαλώνω < ανα- + σκαλώνω < μεσαιωνική ελληνική *σκαλώνω < ελληνιστική κοινή σκάλα < λατινική scala < scando < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *skend- (πηδώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.na.ska.'lo.no/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανασκαλώνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία