Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιτιώμαι < αρχαία ελληνική αἰτιῶμαι < αἰτιάομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

αιτιώμαι (εν χρήση στη νεοελληνική ο ενεστώτας)

  1. επικαλούμαι ως αιτία, αναφέρω τα αίτια που με οδήγησαν σε μια ενέργεια ή επιρρίπτω ευθύνη σε άλλο άτομο
  2. επικαλούμαι ως δικαιολογία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Ρηματικοί τύποιΕπεξεργασία

  • αιτιώμαι, αιτιάσαι, αιτιάται, αιτιούμεθα, αιτιάσθε αιτιώνται
  • αιτιώμενος (μτχ. ενεστώτα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία