Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγάλι < αγαληνός < γαληνός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αγάλι

  1. αργά, σιγά
  2. γλυκά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία