Δείτε επίσης: χαν

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Χαν < → δείτε τη λέξη χαν

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Χαν άκλιτο

  1. (εθνωνύμιο) ονομασία της βασικότερης κινεζικής εθνικής ομάδας (περίπου του 90% του πληθυσμού της Κίνας)
    ο λαός των Χαν
  2. (ιστορία) ονομασία της κινεζικής δυναστείας Χαν που διατήρησε την εξουσία επί 400 χρόνια, περίπου από το 200 π.Χ. μέχρι το 200 μ.Χ.
    1. τίτλος ηγεμόνων της Ασίας, ευρύτερα γνωστός στη Δύση το Μεσαίωνα (απόδοση στα ελληνικά: χάνος)
      Τζενγκίζ Χαν
    2. μέρος θρησκευτικού τίτλου των μουσουλμάνων στη φράση «Αγά Χαν» (δεν είναι ονοματεπώνυμο)
  3. (γραφές) σύστημα γραφής με λογογραφικούς χαρακτήρες που χρησιμοποιείται σε γλώσσες όπως τα κινεζικά, τα ιαπωνικά, τα κορεατικά
    Κατηγορία:Χαρακτήρες Χαν
  4. ονομασία ασιατικών ποταμών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία