Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈli.no/
ήχος 
ομόηχο: λύνω
τονικό παρώνυμο: λινό

  Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματοςΕπεξεργασία

Λίνο αρσενικό