Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ΚΔ < Καινή Διαθήκη

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

Κ.Δ. θηλυκό άκλιτο αρκτικόλεξο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • ΚΔ στη Βικιπαίδεια