Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

wounded (en)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

wounded (en)

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

wounded (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος wound