Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

worth < αγγλοσαξονική weor

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /wɜːθ/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /wɝθ/ (ΗΠΑ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

worth

  • I’ll have a dollar's worth of candy, please.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

worth (άλλοι εκτιμούν ότι πρέπει να θεωρείται πρόθεση)

  • που αξίζει, είναι άξιο για
  • My house now is worth double what I paid for it.