Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

wildfire (en)

  1. καταστρεπτική πυρκαγιά
  2. το υγρό πυρ
  3. ασθένεια του δέρματος, το ερυσίπελας
  4. (μεταφορικά) κάτι που ενεργεί γρήγορα και απρόβλεπτα