Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

whammy (en)

  1. το στραπάτσο
  2. (λαϊκότροπο), (ανεπίσημο) ο βιμπρατομοχλός, ο μοχλός βιμπράτο ηλεκτρικής κιθάρας[1]

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

  • put the whammy on someone/something: α. γκαντεμιάζω, β. επηρεάζω αρνητικά μέσω μαγείας ή μεταφορικά χωρίς μάγια και ξόρκια

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

    • whammy στην αγγλική Βικιπαίδεια