Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

visit (en)

  1. επίσκεψη
    I haven't seen my uncle for months, so I decided to pay him a visit

  ΡήμαΕπεξεργασία

visit (en)

  1. επισκέπτομαι
    Visit Greece! - Επισκεφθείτε την Ελλάδα