Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό tahitien tahitiens
θηλυκό tahitienne tahitiennes

tahitien (fr)

  1. ταϊτιανός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

tahitien (fr) αρσενικό

  1. τα ταϊτιανά, η ταϊτιανή γλώσσα