Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /swaili/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

swahili (fr) αρσενικό

  1. η γλώσσα σουαχίλι

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό swahili swahilis
θηλυκό swahilie swahilies

swahili (fr)

  1. σχετικός με τη γλώσσα σουαχίλι

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία